Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2015

Μαρίτσικα

Το καλοκαίρι πήγα στη Νότιο Ιταλία,  να μάθω ιταλικά μέσω ενός πανεπιστημιακού προγράμματος.
Πολλές αναποδιές και αμήχανες καταστάσεις δοκίμασαν το πνεύμα και την ψυχή μου σε αυτό το ιταλικό χωριουδάκι που έμεινα. Ναι χωριό, αυθεντικά πράματα, λαϊκά.
Μην τα πολυλογώ, δεν θέλω και να τα θυμάμαι, ένα περιστατικό θέλω μονάχα να μοιραστώ.
Σε αυτό το κοινόβιο της κακιάς της ώρας που διέμενα, που δεν είχε καν προσωπικό κι έπρεπε να τα κάνουμε όλα μόνοι μας, σε φάση καθάρισμα μεικτών μπάνιων και τουαλετών και τα απορρυπαντικά με δικά μας έξοδα, να τώρα οι μνήμες με κατακλύζουν...
Εκεί, λοιπόν, είχε αναλάβει να διατελέσει μαγείρισσα μια εξεζητημένη φυσιογνωμία της ιταλικής επαρχίας. Η Μαρίτσικα !
Τη συμπαθούσα τη Μαρίτσικα, παρά την εξαιρετικά ενοχλητική της καλοσύνη, παραξενιά  και λατρευτική της πρακτική-γονυκλισίες σε κάθε Κύριε ελέησον που άκουγε.
 ( το κοινόβιο ήταν μοναστήρι, χα καλό ε ; )
Μέναμε μαζί με Ρώσους, Σύριους, Βούλγαρους, Ιταλούς, Ρουμάνους. Δεν ξέρω για ιταλικά αλλά την παντομίμα μια χαρά την έμαθα για να συνεννοούμαστε γιατί τα αγγλικά είναι μπανάλ και δεν τα πολυγουστάρουν, όπως πικρώς αντελήφθην.
Η Μαρίτσικα δεν είναι καμιά καλόγρια, αλλά μια γυναικούλα, νταρντάνα γυναικούλα, παχιά και ιδρωμένη συνέχεια, με ένα σωρό προβλήματα υγείας και ένα χαρακτηριστικο τσεμπέρι ασφυκτικά δεμένο στο κεφάλι της. Η κούρασή της δεν περιγραφόταν, μαγείρευε, έπλενε, ξαναμαγείρευε για σαράντα δράκους και φυσικά αφού δεν υπήρχε προσωπικό να την βοηθήσει όποιος φιλότιμος ήταν πάντα καλοδεχούμενος να κάνει λάτζα στην κουζίνα.
Ε, δε θέλω να το παινευτώ αλλά έχω ένα φιλότιμα να, με το συμπάθειο. Κατέβαινα συνέχεια στην κουζίνα, που λες,  να βοηθάω, γιατί δεν είχα τι να κάνω σε αυτό το πανέμορφο βλαχοχωριό και τα ψυχολογικά των πανελληνίων καθιστούσαν την πολύωρη μελέτη ιταλικών αδύνατη.
Η Μαρίτσικα ήταν πολύ ενθουσιασμένη που ήμουν Ελληνίδα. Γνώριζε τον Ζορμπά, ένα σωρό προσευχές στα ελληνικά ( το μοναστήρι ήταν ορθόδοξο σαφώς ), το καράβι καραβάκι και κάτι σκόρπια σπαστά ελληνικά, κατάλοιπα των αρχαίων ημών προγόνων αποίκων της Καλαβρίας και νότιων περιοχών της Ιταλίας. Χαιρόμουν κι εγώ μέσα στη μιζέρια μου να την μαθαίνω να λέει ευχαριστώ, παρακαλώ, πιάτο, σουβλάκι, όπα. Η αγαπημένη της λέξη δε ήταν το κουταλάκι.
Καθόμασταν μια μέρα στην κουζίνα, την βοηθούσα να ξεχωρίσει τα σάπια κρεμμύδια από τα καλά.
Ε, μου χε πιάσει την πάρλα εκεί αλά ιταλικά/αγγλικά/παντομίμα, ήθελε να ακούσει ένα ελληνικό τραγούδι τέλος πάντων. Σκαλώνω εγώ, τι να της πω τώρα, σκέφτομαι, κάτι κλασσικό, που να φανερώνει το ελληνικό ήθος, το πνεύμα, τη διάνοια του πολιτισμού μου.
Με κοιτούσε η Μαρίτσικα με γουρλωμένα μάτια, όσο εγώ σκεφτόμουν τι να της πω ενώ παράλληλα ξεδιάλεγα τα σάπια από τα καλά κρομμύδια.
Το βρήκα, της λέω, θα σου τραγουδήσω το της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ !
 Και ξεκινάω εγώ να δίνω πόνο, με πιάνει και ο νόστος της μαμάς Ελλάδας κι
εκεί που κορυφώνει το ρεφρέν και είμαι και στον μουσικό τόνο άψογη, πάει να μου φύγει κι ένα δάκρυ από την συγκίνηση, λέγοντας από μέσα μου, καλά μαλάκα μου τι  αξιομνημόνευτη διάδοση πολιτισμικής φλόγας κάνω η θεά, πετάει η Μαρίτσικα δυνατά,
- Πούτσα !
Παγώνω, λέω τι ;
- Πούτσα, πούτσα, μου λέει !
 Ω θεοί, τι προσβολή ! τι κεραυνός να πέσει  τώρα να την κάψει !
Γιατί, Μαρίτσικα μου, δεν σου αρέσει το τραγούδι ; ρωτάω διστακτικά.
Τα κρεμμύδια, μου λέει, βρωμάνε ! Πούτσα, άσχημη μυρωδιά !
Κρατήθηκα..
Μπαίνει ένας Βούλγαρος στην κουζίνα, ρωτάει τι θα φάμε σήμερα, η Μαρίτσικα απαντάει βιαστικά, κρεμμυδόσουπα, δείχνοντας τα κρεμμύδια.
Αυτός φαίνεται δεν κατάλαβε καλά, και ξαναρώτησε άλλες δυο τρεις φορές.
- Πούτσα θα φάμε σήμερα, άνθρωπέ μου ! του φωνάζω δυνατά στα ελληνικά.
Ε, δεν κρατιόμουν άλλο.
 Μετά ανέβηκα γρήγορα στο δωμάτιο και έσκασα στα γέλια με την ησυχία μου.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου